βάσκω

βάσκω
See also: s. βάζω und βαίνω.
Page in Frisk: 1,224

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάσκω — (Α) 1. φρ. «βάσκ ἴθι» εμπρός, άντε πήγαινε 2. έλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < βă σκ ω παράλληλος και πολύ πιο σπάνιος τ. ενεστώτα του βαίνω από θ. βă , συνεσταλμένη βαθμίδα της ρίζας βă / βη (ή, κατ άλλους, από αρχική ρίζα *gwem ) και ενεστωτικό θαμιστικό… …   Dictionary of Greek

  • βάσκε — βάσκω speed thee! away! pres imperat act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάσκετε — βάσκω speed thee! away! pres imperat act 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάσκου — βάσκω speed thee! away! pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάσκανος — η, ο (AM βάσκανος, ον) 1. κακός, κακεντρεχής, που έχει κακό μάτι («βάσκανος μοίρα») 2. (για μάτια) αυτός που φέρνει βασκανία, που ματιάζει αρχ. 1. κακολόγος, υβριστής 2. συκοφάντης, διαβολεύς 3. μάγος. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποστηρίχθηκε ότι η λ. βάσκανος… …   Dictionary of Greek

  • BASTERNA — genus vehiculi, Matronis olim Romanorum in usu. Differcbat a Lectica parum, cui quoque successit, itidem feminis propria. Antiquitus namque sellae lecticaeque in hunc usum adhibebantur, quibus matronae in publico etiam secretehabebantur. Hae cum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • BASTUM — Graece βαςτὸν baculus; imo quidquid ferendo est; a βάω, βῶ, unde βάζω et βάσκω, vado: a quo βατὴρ βατηρία, et βακτηρία, quae idem sunt cum βαςτὸς et βαςτὸν. Hinc etiam βαςτὰ pro calceis, vel sandaliis. Hesych. βαςτὰ, ὑπόδήματα Ι᾿ταλιῶται, Basta,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ITALICI — apud Spartian, in Hadr. Post hac Hispanias petit delectumque ioculariter, ut verba ipsa penit Marius Maximus, detrectantibus Italicis, cateris vebementissime, prudenter et caute consuluit: Itali sunt aut Italis orti, qui Hispanica oppida… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αμφιβάσκω — ἀμφιβάσκω (Α) αιολικός τύπος αντί αμφιβαίνω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + βάσκω. Συγγενής τ. τού ρ. βαίνω, που απαντά μόνο σε προστακτική] …   Dictionary of Greek

  • παραβάσκω — Α στέκομαι ή κάθομαι κοντά, δίπλα στον ηνίοχο, είμαι παραβάτης, παρακαθήμενος τού ηνιόχου. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + βάσκω «βαίνω, πορεύομαι»] …   Dictionary of Greek

  • βάσκ' — βάσκε , βάσκω speed thee! away! pres imperat act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.